Κυριακή, 29 Σεπτεμβρίου 2019 19:17

Την ανάγκη σεβασμού της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης, τόνισε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας στην Καρύταινα

Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

Την ανάγκη σεβασμού της Ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης, υπογράμμισε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Προκόπης Παυλόπουλος μιλώντας στην παρουσίαση του βιβλίου του Νικόλαου Δημητρακόπουλου με τίτλο: «Πολεμικά Απομνημονεύματα 1897», σήμερα το απόγευμα, στην Καρύταινα.

Στην ομιλία του ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας ανέφερε συγκεκριμένα: "Με ειλικρινή αισθήματα σεβασμού, και λόγω της θεσμικής μου ιδιότητας, αλλά και λόγω της ακαδημαϊκής μου σταδιοδρομίας, αποδέχθηκα την τιμητική πρόσκληση να μετάσχω  σε αυτή την εκδήλωση τιμής στην μνήμη του Νικολάου Δημητρακοπούλου, εδώ στην ιδιαίτερη Πατρίδα του, την Καρύταινα Αρκαδίας.  Και σπεύδω, ευθύς εξ αρχής, να σας διαβεβαιώσω ότι εσείς, οι συμπολίτες του, πρέπει να αισθάνεσθε υπερήφανοι για το Eυγενές Tέκνο της Καρύταινας, του οποίου την προσωπικότητα θα επιχειρήσω να συμπυκνώσω και να συνοψίσω -ελπίζω δίχως αυθαίρετα κενά- ως ακολούθως: Ο Νικόλαος Δημητρακόπουλος διακρίθηκε αφενός ως Ευπατρίδης Πολιτικός, ο οποίος έχει δικαίως κατακτήσει την θέση που του αναλογεί στην Ιστορία του Nεώτερου Ελληνικού Κράτους, ιδίως για το σπάνιο πολιτικό του ήθος και την εμβληματική του θεσμική προσφορά.  Αφετέρου δε -και, ειδικότερα, στο πεδίο της, lato sensu, Πολιτικής- ως εμπνευσμένος Νομομαθής και Νομοθέτης, ο οποίος μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα, ήτοι σε λιγότερο από δύο χρόνια, ως Υπουργός της πρώτης Κυβέρνησης Βενιζέλου, κατάφερε να παραγάγει νομοθετικό έργο που δικαίως συγκρίνεται μ’ εκείνο του Γεωργίου – Λουδοβίκου φον Μάουρερ.  Σε αυτήν, ακριβώς, την πτυχή της προσωπικότητας του Νικολάου Δημητρακοπούλου επιτρέψατέ μου να επικεντρώσω, κατά βάση, το υπόλοιπο της σύντομης, κατ’ ανάγκην, ομιλίας μου.

  1. Ευρυμαθής και πολυτάλαντος, ήδη από την πρώτη του νεότητα ο Νικόλαος Δημητρακόπουλος εκδήλωσε την, σχεδόν έμφυτη, κλίση του προς την Νομική Επιστήμη.

Α. Φοίτησε στην Νομική Σχολή του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, της οποίας κατέστη πτυχιούχος το 1888.  Κατά την ομολογία των τότε καθηγητών του και συμφοιτητών του, οι σπουδές του υπήρξαν λαμπρές, γεγονός το οποίο αποδεικνύουν και οι υψηλού επιπέδου επιδόσεις του.

Β. Μετά την αποφοίτησή του από την Νομική Σχολή του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών ακολούθησε, αμέσως, την δικηγορία.

  1. Πρέπει δε να σημειωθεί μ’ έμφαση ότι κατά την δικηγορική του σταδιοδρομία άσκησε τα καθήκοντά του με πλήρη συναίσθηση του ότι ο Δικηγόρος, πάντοτε υπερασπιζόμενος ευσυνειδήτως τα νόμιμα συμφέροντα του εντολέα του, οφείλει ν’ ασκεί τα καθήκοντά του πρωτίστως και κατ’ ουσίαν ως Συλλειτουργός της Δικαιοσύνης.
  2. Ως Δικηγόρος, ο Νικόλαος Δημητρακόπουλος διακρίθηκε, κατ’ εξοχήν στο πεδίο του Ιδιωτικού Δικαίου, τόσο για τον επί Δικαστηρίω χειρισμό των υποθέσεων -παρέχοντας έξοχο παράδειγμα δικανικού ρήτορα- όσο και σε γνωμοδοτικό επίπεδο. Άλλωστε, οι γνωμοδοτήσεις του αυτές και οι λοιπές μελέτες του μας έχουν μείνει ως πολύτιμη -ακόμη και για τα σημερινά νομικά επιστημονικά δεδομένα- νομική παρακαταθήκη, μέσα από τους τέσσερις τόμους των «Νομικών Ενασχολήσεων», οι οποίες εκδόθηκαν το 1912.
  3. Η δικηγορία, υπό τις κατά τ’ ανωτέρω προϋποθέσεις, υπήρξε το πιο πρόσφορο «διαβατήριο» του Νικολάου Δημητρακοπούλου για την μετέπειτα πολιτική του σταδιοδρομία, η οποία ξεκίνησε πολύ ενωρίς.

Α. Η νομική του φήμη και η εξ αυτής ευρεία κοινωνική του καταξίωση, συγκέντρωσαν, ενωρίς όπως τόνισα, το ενδιαφέρον κορυφαίων εκπροσώπων του πολιτικού κόσμου της εποχής στο πρόσωπο του Νικολάου Δημητρακοπούλου.

  1. Είναι δε άκρως χαρακτηριστικό του υποδειγματικού ήθους του Νικολάου Δημητρακοπούλου το γεγονός ότι αρνήθηκε να συμμετάσχει ως μέλος των τότε Κυβερνήσεων, πριν εκλεγεί Βουλευτής. Και τούτο διότι, ως συνεπής Κοινοβουλευτικός Πολιτικός, θεωρούσε ότι το λειτούργημα του μέλους της Κυβέρνησης, άρα του Υπουργού, είχε, θεσμικώς και πολιτικώς, ως προϋπόθεση την ιδιότητα του μέλους του Κοινοβουλίου, μέσω της ευθείας εκλογής από τον Λαό.
  2. Πραγματικά, μόνο μετά την εκλογή του ως Βουλευτή, κατά τις εκλογές της 8ης Αυγούστου 1910, δέχθηκε να μετάσχει, ως Υπουργός Δικαιοσύνης, στην πρώτη Κυβέρνηση του Ελευθερίου Βενιζέλου, από τις 6 Οκτωβρίου 1910. Όπως αποδείχθηκε στην συνέχεια, η συμβολή του Νικολάου Δημητρακοπούλου, ως Υπουργού Δικαιοσύνης, στο νομοθετικό έργο της πρώτης Κυβέρνησης του Ελευθερίου Βενιζέλου υπήρξε μοναδική και καθοριστική. Τούτο το ενισχύει κατά πολύ και το γεγονός ότι, όπως ήδη προεξέθεσα, το νομοθετικό έργο του Νικολάου Δημητρακοπούλου ολοκληρώθηκε σε χρονικό διάστημα μικρότερο των δύο ετών.

Β. Εφεξής, θα περιορισθώ -όσο τούτο είναι δυνατό στον μικρό χρόνο που διαθέτω και για ένα τόσο μεγάλο και ευρύ θεσμικό εγχείρημα- να περιγράψω, φυσικά σε γενικές γραμμές, τους μεγάλους σταθμούς του νομοθετικού έργου του Νικολάου Δημητρακοπούλου.

  1. Προηγουμένως, όμως, οφείλω να υπενθυμίσω -προκειμένου να καταδειχθεί επαρκώς το μέγεθος της ολοκληρωμένης νομικής του προσωπικότητας- ότι, αμέσως μόλις ανέλαβε τα καθήκοντά του ως Υπουργός Δικαιοσύνης, ο Νικόλαος Δημητρακόπουλος είχε απευθύνει εγκύκλιο προς όλα τα Κρατικά όργανα, ιδίως δε τα Δικαστικά, μέσω της οποίας προσδιόριζε τους στόχους του νομοθετικού του έργου, περιγράφοντας, ταυτοχρόνως, με μελανά χρώματα τα μεγάλα προβλήματα του Ελληνικού Κράτους τότε: Γραφειοκρατία, διαφθορά, έλλειψη ισονομίας κατά την άσκηση των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και, κυρίως, κραυγαλέα έλλειψη σεβασμού της Ανεξαρτησίας των Δικαστικών Λειτουργών, τόσο της προσωπικής όσο και της λειτουργικής.
  2. Αξίζει τον κόπο να επιμείνω εδώ στο γεγονός ότι στην εγκύκλιό του αυτή ο Νικόλαος Δημητρακόπουλος επισήμανε ένα από τα πιο σημαντικά προβλήματα της Δικαιοσύνης, το οποίο και σήμερα δεν έχει πλήρως αντιμετωπισθεί και ταλανίζει ακόμη την λειτουργία της. Πρόκειται για το πρόβλημα της μεγάλης βραδύτητας κατά την απονομή της Δικαιοσύνης, γεγονός το οποίο, κατά τον Νικόλαο Δημητρακόπουλο, οδηγούσε, σε μεγάλη μάλιστα κλίμακα, στην ολοένα και πιο έντονη εμφάνιση περιπτώσεων αποκρουστικής και άκρως διαβρωτικής, για το κύρος της Δικαιοσύνης, αρνησιδικίας.  

α) Επισημαίνει, συναφώς, ο Νικόλαος Δημητρακόπουλος, στην σημαντική μελέτη του «Η Δικαιοσύνη εν Ελλάδι» (1915): «[…] Εκείνο, το οποίον είναι καθολικό νόσημα παρ’ ημιν, και το οποίον αποτελεί αυτόχρημα άρνησιν πάσης δικαιοσύνης είναι η βραδύτης, με την οποίαν απονέμεται αύτη. […] Έτη ολόκληρα και δεκαετηρίδες πολλάκις απαιτούνται, ίνα αποπερατωθώσιν αι αστικαί δίκαι. Δαπάναι κολοσσιαίαι υπερβαίνουσαι ουχί σπανίως και το αντικείμενον της δίκης. Παρέλκυσις και παράτασις του δικαστικού αγώνος, υπό όρους  ενίοτε επίσης οδυνηρούς και δια τον νικητήν και δια τον ηττηθέντα. Τοιουτοτρόπως ο δικαστικών αγών και ανεξαρτήτως της εκβάσεώς του αποβάλλει παρ’ ημιν τον προορισμόν του εκ των όρων, υπό τους οποίους διεξάγεται».

β) Αξίζει, επίσης, ν’ αναφερθεί, προκειμένου ν’ αναδειχθεί πλήρως η διορατικότητα και το βάθος της  πολιτικής σκέψης του Νικολάου Δημητρακοπούλου, ότι ήταν, ίσως, ο πρώτος που διέγνωσε την αιτιώδη σχέση μεταξύ της ποιοτικής και έγκαιρης απονομής της Δικαιοσύνης και της Οικονομικής Ανάπτυξης.   Επισημαίνει, συναφώς, για την «Οικονομική σημασία της δικαστικής ανορθώσεως» (1915) τα εξής: «Αλλά ίσως δεν κατανοήθη παρ’ ημίν επαρκώς, ότι … βάσις και θεμέλιον της οικονομικής ανορθώσεως είναι η δικαστική ανόρθωσις. Και ότι άνευ δικαστικής ανορθώσεως χίμαιρα πρέπει να θεωρηθεί η επιδιωκομένη οικονομική ανόρθωσις. Όσοι εμελέτησαν εκ του σύνεγγυς την επήρειαν, την οποίαν ασκεί επί των συναλλαγών, τα καίρια πλήγματα, τα οποία υφίστανται αι συναλλαγαί εκ της βραδείας και ενίοτε ατελούς απονομής της αστικής δικαιοσύνης˙ όσοι ηρεύνησαν τα αποτελέσματα, τα οποία η τοιαύτη της ποινικής δικαιοσύνης απονομήν ήσκησεν  επί της δημοσίας ασφαλείας˙ όσοι εσπούδασαν τους όρους, τας προϋποθέσεις, τας αιτίας και τα αποτελέσματα της μεταναστεύσεως˙ όσοι συνέκριναν τους προϋπολογισμούς και τους απολογισμούς του κράτους και διείδον τα αγεφύρωτα χάσματα, τα οποία διαχωρίζουσι πολλάκις τα προϋπολογισθέντα έσοδα από τα βεβαιωθέντα, και ταύτα από τα εισπαραχθέντα, ούτοι δεν αμφιβάλλουσιν ότι η βελτίωσις των οικονομικών του κράτους, των δημοσίων οικονομικών […] αδύνατος αποβαίνει άνευ της δικαστικής ανορθώσεως».

  • Το νομοθετικό έργο του Νικολάου Δημητρακοπούλου κινήθηκε πάνω σε δύο, κατά βάση, άξονες, δίχως να έχω, κατ’ ουδένα τρόπο, το δικαίωμα να υποβαθμίσω και να υποτιμήσω πολλά από τα λοιπά, συνολικά 50 τον αριθμό, νομοθετήματά του: Πρώτον, εκείνον της υπεράσπισης της κοινωνικής συνοχής και του κοινωνικού ιστού, μέσω της θεσμοθέτησης των αντηρίδων ενός πρωτοποριακού για τα δεδομένα της εποχής Κοινωνικού Κράτους Δικαίου, κυρίως δια της οδού της θέσπισης επαρκών εγγυήσεων άσκησης καίριας σημασίας Κοινωνικών Δικαιωμάτων. Και, δεύτερον, εκείνου της οργάνωσης μιας  σύγχρονης Δικαστικής Εξουσίας, μέσω της θέσπισης επαρκών εγγυήσεων σεβασμού της προσωπικής και λειτουργικής Ανεξαρτησίας των Δικαστικών Λειτουργών.  Στο σημείο δε αυτό, και για την πληρότητα της ανάλυσης, πρέπει να επισημάνω πως μεγάλο μέρος της επιτυχίας του νομοθετικού αυτού έργου του Νικολάου Δημητρακοπούλου οφείλεται στο ότι ο ίδιος είχε, προηγουμένως, ετοιμάσει το έδαφος, σε συνταγματικό μάλιστα επίπεδο, συγκεκριμένα δε στο Σύνταγμα του 1911.  Πραγματικά, ο Νικόλαος Δημητρακόπουλος διαδραμάτισε σπουδαίο ρόλο κατά την Αναθεώρηση, η οποία οδήγησε στην τελική διαμόρφωση του Συντάγματος του 1911, περιλαμβάνοντας μέσα σε αυτό σχετικές διατάξεις – γενικές αρχές τόσο για το Κοινωνικό Κράτος Δικαίου όσο και για την Δικαστική Εξουσία, άρα την Δικαιοσύνη.  Επιπλέον, ο Νικόλαος Δημητρακόπουλος στάθηκε, κυριολεκτικώς, στο πλευρό του Ελευθερίου Βενιζέλου, ώστε η Βουλή του 1910 να καταστεί Αναθεωρητική, και όχι Συντακτική, όπως πολλοί τότε απαιτούσαν.

Α. Όσον αφορά το νομοθετικό έργο του Νικολάου Δημητρακόπουλου το οποίο, όπως ήδη εκτέθηκε, σχετίζεται με την κοινωνική συνοχή και τον κοινωνικό ιστό, επομένως με το Κοινωνικό Κράτος Δικαίου, άξιοι ιδιαίτερης μνείας είναι οι εξής νόμοι:

  1. Ο νόμος του 1911, «περί συμβατικού τόκου και τοκογλυφίας», μέσω του οποίου οργανώθηκαν, για πρώτη φορά, στέρεες βάσεις με στόχο την πάταξη, και δη αναδρομικώς, της κάθε μορφής αισχροκέρδειας κατά τις συναλλαγές μεταξύ ιδιωτών, ιδίως δε της μάστιγας της εποχής, της τοκογλυφίας.
  2. Τρεις νόμοι, με πρωτόγνωρο για τα δεδομένα της εποχής θετικό φιλεργατικό πρόσημο, οι οποίοι θέσπιζαν μεγάλης κοινωνικής ευαισθησίας διατάξεις για τις συνθήκες εργασίας και τα εργατικά δικαιώματα. Ειδικότερα:

α) Το 1911, ψηφίσθηκε ο νόμος «περί υγιεινής και ασφαλείας εργατών», μέσω του οποίου προσδιορίσθηκαν επακριβώς οι εργοδοτικές υποχρεώσεις ως προς τις εγγυήσεις που πρέπει να σέβεται κάθε εργοδότης, για οιασδήποτε μορφής εργασιακές σχέσεις, προκειμένου να μην τίθεται εν κινδύνω η υγιεινή και η ασφάλεια των εργαζόμενων στον χώρο εργασίας τους.

β) Και το 1912 ψηφίσθηκαν, διαδοχικώς:

β1) Ο νόμος «περί διαφορών εργαζομένων και εργοδοτών».  Ένας νόμος, μέσω του οποίου καθορίσθηκαν τα δικονομικά δικαιώματα εργοδοτών και εργαζομένων κατά την επίλυση των μεταξύ τους εργατικών διαφορών, μ’ έμφαση από την μια πλευρά στα δικαιώματα των εργαζομένων, λόγω της μειονεκτικής οικονομικής θέσης που βρίσκονται έναντι των εργοδοτών.  Και, από την άλλη πλευρά, στην επιτάχυνση της επίλυσης των εργατικών διαφορών, έτσι ώστε ν’ αποτρέπεται η βραδεία απονομή της Δικαιοσύνης και, a fortiori, η αρνησιδικία, οι οποίες, όπως είναι ευνόητο, λειτουργούν, κατ’ αποτέλεσμα, υπέρ των εργοδοτών και εις βάρος των εργαζομένων.

β2) Και ο νόμος «περί εργασίας γυναικών και ανηλίκων».  Ένας νόμος ο οποίος θέσπισε πρωτόγνωρες, από πλευράς κοινωνικής ευαισθησίας, για την εποχή εγγυήσεις προς δύο κατευθύνσεις:  Αφενός προς την κατεύθυνση της προστασίας των γυναικών κατά την παροχή, εκ μέρους τους, εξαρτημένης εργασίας, έτσι ώστε να προστατευθεί η γυναίκα ως εργαζόμενη αλλά και ως θεμέλιο της Οικογένειας, κατάσταση την οποία διασφάλιζε, μεταξύ άλλων, η πρόβλεψη, για πρώτη φορά, των αδειών τοκετού και λοχείας. Και, αφετέρου, προς την κατεύθυνση της προστασίας των ανηλίκων στο πεδίο εργασίας, μέσω της θέσπισης, κλιμακωτά κατά ηλικία, είτε της πλήρους απαγόρευσης συγκεκριμένων μορφών εργασίας, επικίνδυνων για ανηλίκους, είτε του σεβασμού συγκεκριμένων κανόνων εργασίας, οι οποίοι συνάδουν με την εκ μέρους του ανηλίκου παροχή εργασίας υπό κατάλληλες συνθήκες υγιεινής και ασφάλειας.

Β.  Όσον αφορά το νομοθετικό έργο του Νικολάου Δημητρακοπούλου το οποίο, όπως επίσης ήδη εκτέθηκε, σχετίζεται με την οργάνωση και την λειτουργία της Δικαιοσύνης, άξιοι ιδιαίτερης μνείας είναι οι εξής έξη νόμοι, οι οποίοι ψηφίσθηκαν σ’ ένα, μόλις, χρόνο, το 1911.

  1. Πριν απ’ όλους, ο νόμος περί σεβασμού, εκ μέρους πάντων, της Ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης και, ιδίως, της προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας των Δικαστικών Λειτουργών. Στο πλαίσιο του νόμου αυτού ιδιαίτερη θέση κατέχει η θεσμοθέτηση, για πρώτη φορά, Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου, του οποίου η δικαιοδοσία και αρμοδιότητα επικεντρώνονταν στην προστασία των Δικαστικών Λειτουργών από έξωθεν παρεμβάσεις κατά την άσκηση του δικαιοδοτικού τους έργου, κυρίως δε στην αξιοκρατική αντιμετώπισή τους κατά την διαδρομή του cursus honorum, που καθορίζει την πορεία της σταδιοδρομίας τους ως την κορυφή της Δικαιοσύνης.

2 Δεύτερον, οι τέσσερις νόμοι, οι οποίοι, κατ’ ουσίαν, έθεσαν το νέο δικονομικό πλαίσιο επίλυσης των ιδιωτικού δικαίου διαφορών.  Πρόκειται για νόμους οι οποίοι, κατ’ αποτέλεσμα, οδήγησαν στην θέσπιση ενός ολοκληρωμένου Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, που εκσυγχρόνισε την σχετική νομοθεσία του Γεωργίου-Λουδοβίκου φον Μάουρερ.  Και μόνον αυτή η, πολυπρισματική, νομοθετική πρωτοβουλία του Νικολάου Δημητρακοπούλου αρκεί για να τεκμηριώσει την βασιμότητα της σύγκρισης, για την οποία έγινε λόγος προηγουμένως, που τον βάζει, από πλευράς θεσμικής προσφοράς, σχεδόν στην ίδια βαθμίδα με τον Γεώργιο-Λουδοβίκο φον Μάουρερ.

  1. Τρίτον, ο νόμος «περί Δικηγόρων». Πρόκειται για τον πρώτο, ουσιαστικώς, «Κώδικα Δικηγόρων», μέσω του οποίου τέθηκαν τα θεμέλια άσκησης του Δικηγορικού Λειτουργήματος υπό όρους, κατά τους οποίους ο Δικηγόρος, δίχως βεβαίως να παραγνωρίζει τα έννομα συμφέροντα του εντολέα του, οφείλει να συμπεριφέρεται ως Συλλειτουργός της Δικαιοσύνης. Κυρίως δε να σέβεται την Ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης και των Δικαστικών Λειτουργών, προσωπική και λειτουργική.

Κλείνω αυτή την σύντομη αναφορά στην μεγάλη προσωπικότητα του Νικολάου Δημητρακοπούλου αποτίοντας, εκ νέου, τον οφειλόμενο φόρο τιμής στον Ευπατρίδη Πολιτικό και στον εμπνευσμένο Νομοθέτη.  Και έχω αυτονόητο χρέος, και υπό την ιδιότητά μου ως Προέδρου της Δημοκρατίας, να σταθώ, για μιαν ακόμη φορά, στις θεσμικές και πολιτικές παρακαταθήκες που μας έχει αφήσει ο Νικόλαος Δημητρακόπουλος ως προς την ανάγκη σεβασμού της Ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης.  Το έργο του Νικολάου Δημητρακοπούλου πρέπει να μας εμπνέει και να μας καθοδηγεί και σήμερα. Αν πρέπει να επιλέξω μεταξύ των κατά τ’ ανωτέρω παρακαταθηκών του Νικολάου Δημητρακόπουλου εκείνες, οι οποίες εμφανίζονται πιο επιτακτικές, χωρίς δισταγμό ξεχωρίζω: Πρώτον, την παρακαταθήκη του πλήρους σεβασμού της προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας των Δικαστικών Λειτουργών.  Και, δεύτερον, την παρακαταθήκη της έγκαιρης και αποτελεσματικής απονομής της Δικαιοσύνης, έτσι ώστε να εξαλειφθεί το φαινόμενο της, λόγω βραδύτητας, αρνησιδικίας.  Φαινόμενο, το οποίο δυναμιτίζει, διαβρωτικώς, την εμπιστοσύνη του διαδίκου στην αποστολή των Δικαστικών Λειτουργών, άρα την εμπιστοσύνη του προς το Κράτος Δικαίου και την Αρχή της Νομιμότητας.  Ας μην ξεχνάμε, άλλωστε, ότι η Δίκαιη Δίκη, κατοχυρωμένη πολλαπλώς από το Εθνικό, το Ευρωπαϊκό και το Διεθνές Δίκαιο, αποτελεί κορωνίδα του όλου Νομικού μας Πολιτισμού.

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

10/2019

Περισσότερο διαβασμένα