Δευτέρα, 24 Σεπτεμβρίου 2018 11:09

Η χρήση των λιόζουμων στη λίπανση των καλλιεργειών (βίντεο)

Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

Τα υγρά απόβλητα των ελαιοτριβείων αποτελούν σήμερα ένα αναπόφευκτο περιβαλλοντικό επιζήμιο παραπροϊόν του ελαιολάδου για όλες τις ελαιοπαραγωγικές χώρες.
Είναι όμως έτσι;

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Η ελιά (Olea europaea L.) συγκαταλέγεται μεταξύ των αρχαιότερων καλλιεργούμενων δένδρων στον κόσμο. Στη λεκάνη της Μεσογείου παράγεται το 98% των ελαιοκομικών προϊόντων, περίπου 2,5 εκατομμύρια τόνοι το χρόνο. Η Ελλάδα καταλαμβάνει, σε παγκόσμια κλίμακα, την τρίτη θέση στην παραγωγή ελαιολάδου, μετά την Ισπανία και την Ιταλία. Διαθέτει περίπου 130.000.000 ελαιόδενδρα που παράγουν, σε ετήσια βάση, γύρω στους 350.000 τόνους ελαιολάδου (Οιχαλιώτης & Ζερβάκης 1999, 2000).
Στην Ελλάδα λειτουργούν περίπου 3.000 ελαιουργεία και υπολογίζεται ότι παράγονται κατά μέσο όρο 1.500.000 τόνοι υγρών αποβλήτων (λιόζουμο, κατσίγαρος) και 400.000 τόνοι στερεών υπολειμμάτων-παραπροϊόντων ετησίως (Οιχαλιώτης & Ζερβάκης 1999, 2000). Σχεδόν ο συνολικός όγκος των υγρών αποβλήτων των ελαιουργείων (ΥΑΕ) ρίπτεται χωρίς να έχει υποστεί καμία επεξεργασία σε φυσικά και γεωργικά οικοσυστήματα και συγκεκριμένα σε χείμαρρους (58%), στο έδαφος (20%), στα ποτάμια και στη θάλασσα (12%) (Νταλής 1988).

Δείτε το βίντεο:


Τα υγρά απόβλητα ελαιουργείων (ΥΑΕ), προέρχονται από τους φυτικούς χυμούς του ελαιοκάρπου που απελευθερώνονται κατά τις φάσεις μάλαξης και διαχωρισμού του, κατά την παραγωγική διαδικασία. Τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους είναι:
Το σκούρο καφέ έως μαύρο χρώμα, η χαρακτηριστική οσμή, το όξινο pH, η υψηλή επιφανειακή τάση και ρυθμιστική ικανότητα, οι μεγάλες ποσότητες αιωρούμενων σωματιδίων καθώς και η πλούσια σύστασή τους σε οργανικές ουσίες κυρίως σε φαινολικές ενώσεις (Balice & Cera 1984).

Η άκριτη εισαγωγή υγρών αποβλήτων των ελαιοτριβείων στο οικοσύστημα (κοντινούς χείμαρρους, ξερορέματα, θάλασσες ή λίμνες) προκαλεί επιβάρυνση του περιβάλλοντος (Ζερβάκης 1999). Το μέγεθος της οικολογικής καταστροφής (υδάτινη πανίδα και χλωρίδα), που συντελείται διαφέρει ανάλογα με τον υδάτινο αποδέκτη και τη δυνατότητα αυτοκαθαρισμού του. Ο Fiestas (1997) μετά από μια σειρά πειραμάτων απέδειξε την τοξική επίδραση των υγρών αποβλήτων ελαιοτριβείων σε διάφορα είδη κυπρίνων, ενώ ο Balice και οι συνεργάτες του (1984) αναφέρουν συστατικά των λιόζουμων τα οποία είναι τοξικά στα ψάρια και γενικότερα στη χλωρίδα και την πανίδα του νερού. Επίσης, η Βορεάδου (1994) αναφέρεται στην αρνητική επίδραση των λιόζουμων στη βιοποικιλότητα των τμημάτων της διαδρομής των χειμάρρων (που έχουν ρυπανθεί από τη διάθεση ελαιόζουμων) κατά 41.6 έως 71.4% (ανάλογα με την παροχή νερού του χειμάρρου).
Αντίθετα η διάθεση των ΥΑΕ στο έδαφος μπορεί να εφαρμοστεί, αφού στη σύστασή τους δεν περιέχονται ουσίες υψηλής επικινδυνότητας, όπως βαρέα μέταλλα (Andrich et al. 1992). Παράλληλα, η ευεργετική επίδρασή τους στο έδαφος ενισχύεται από την παρουσία αξιοσημείωτων ποσοτήτων οργανικών ουσιών, φωσφόρου, καλίου και μαγνησίου και λοιπών ιχνοστοιχείων αλλά και εξαιτίας του εμπλουτισμού του εδάφους με συγκεκριμένους μικροοργανισμούς, οι οποίοι βοηθούν την επίσχεση διαφόρων φυτοπαθογόνων μυκήτων (Ntougias et al. 2003).

Η απευθείας εφαρμογή μεγάλων ποσοτήτων ΥΑΕ σε καλλιεργούμενο έδαφος και συγκεκριμένα σε ετήσιες καλλιέργειες και ποώδη φυτά αναστέλλει τη βλάστησή τους, δρώντας παρεμποδιστικά (Bonari 1993). Ο βαθμός τοξικότητάς του εξαρτάται από το είδος της καλλιέργειας και το στάδιο ανάπτυξής των φυτών (Casa et al. 2003). Αντιθέτως, δεν έχει παρατηρηθεί σημαντική φυτοτοξική δράση σε δένδρα που έγινε απευθείας εφαρμογή των υγρών αποβλήτων (μέθοδος της φερτάρδευσης) (Οιχαλιώτης & Ζερβάκης 2002, Ehaliotis et al. 2003). Έρευνες που έχουν γίνει στην Ιταλία και στην Ισπανία (Proietti et al. 1988), δείχνουν ότι η άρδευση των ελαιοδένδρων με συγκεκριμένες ποσότητες ΥΑΕ όχι μόνο δεν επιδρά αρνητικά στην ανάπτυξή τους αλλά παρατηρείται και αύξηση των αποδόσεών τους. Επίσης δεν δημιουργεί αρνητικές επιπτώσεις στη μικροχλωρίδα και στη δομή του εδάφους, εφόσον οι χρησιμοποιούμενες δόσεις είναι ελεγχόμενες (Ζερβάκης 1999, Ehaliotis et al. 2003). Σε πειράματα στο Ινστιτούτο Χανίων έπειτα από 3 χρόνια εφαρμογής ΥΑΕ στο έδαφος ελαιώνων, δεν παρατηρήθηκαν αρνητικές επιδράσεις στα φυτά, στη σύσταση του εδάφους, και του νερού στράγγισης. Αντίθετα, αυξήθηκε η συγκέντρωση Κ στο έδαφος, βελτιώνοντας τη γονιμότητά του (Chartzoulakis et al. 2010).
Σε πειράματα που έχουν μέχρι σήμερα ολοκληρωθεί στο Τμήμα Ελαίας και Οπωροκηπευτικών Καλαμάτας οι ποσότητες εφαρμογής είναι τουλάχιστον 15 m³ / στρέμμα / έτος, σε τουλάχιστον 3 δόσεις. Η ποσότητα αυτή με βάση τις αναλύσεις των Υ.Α.Ε. θα καλύπτει τις θρεπτικές ανάγκες των ελαιώνων σε βασικά θρεπτικά στοιχεία και ιχνοστοιχεία. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι σε πειράματα του τμήματός μας την τελευταία 20ετία έχουμε φθάσει στην εφαρμογή μέχρι 80 κυβικά ανά στρέμμα σε ελαιώνες χωρίς προβλήματα στην καλλιέργεια, το περιβάλλον αλλά και τον υδροφόρο ορίζοντα. Επίσης συνολικά έχουν διατεθεί σε εδαφικούς αποδέκτες (διάφορες καλλιέργειες), πάνω από 10.000 τόνοι Υ.Α.Ε. την τελευταία 20ετία στο πλαίσιο των ερευνητικών προγραμμάτων του Τμήματός μας.

Παναγιώτης Κάτσαρης
Γεωπόνος Βιοτεχνολόγος
ΕΛΓΟ – ΔΗΜΗΤΡΑ
Τμήμα Ελαίας και Οπ/κών
Καλαμάτας