Η νέα έρευνα του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ (ΙΝΕ ΓΣΕΕ), σε συνεργασία με την εταιρεία ALCO, σκιαγραφεί μια μορφωμένη αλλά επισφαλή γενιά (Gen Z, έως 29 ετών), η οποία εργάζεται με χαμηλούς μισθούς και περιορισμένες προοπτικές.
Η Generation Z βιώνει μια παράταση της οικονομικής εξάρτησης, η οποία είναι πλέον αναγκαιότητα και όχι επιλογή. Το 45% των εργαζόμενων νέων εξακολουθεί να ζει με την οικογένειά του (το ποσοστό φτάνει το 65% για τους μερικώς απασχολούμενους), ενώ το 70% δηλώνει ότι τα εισοδήματά του δεν επαρκούν για τις βασικές ανάγκες. Η κατάσταση αυτή μεταθέτει χρονικά την οικονομική αυτονομία και, μαζί της, την μετάβαση στην ενήλικη ζωή και τη δημιουργία οικογένειας, καθώς το 65% των νέων πιστεύει ότι κάτι τέτοιο δεν είναι εφικτό υπό τις παρούσες εργασιακές συνθήκες.
Παρά το υψηλό μορφωτικό επίπεδο, η αγορά εργασίας αποτυγχάνει να αξιοποιήσει τις γνώσεις της γενιάς. Το 38% δηλώνει ότι η εργασία του δεν σχετίζεται με τις σπουδές του, αποτυπώνοντας ένα χάσμα που οδηγεί σε υποαπασχόληση και απογοήτευση. Παράλληλα, η Gen Z εισέρχεται σε ένα περιβάλλον έντονης πίεσης και εξουθένωσης. Το 60% δηλώνει ότι βιώνει burnout στην εργασία του, με το 62% να αναφέρει αρνητική επίδραση στην προσωπική του ζωή. Η συνολική ικανοποίηση από την εργασία κυμαίνεται μόλις στο 35%.
Ως απάντηση, η γενιά αυτή εισάγει ένα νέο αξιακό παράδειγμα στην εργασία. Το 70% θέτει την ψυχική υγεία ως προτεραιότητα έναντι της οικονομικής ασφάλειας, και το 73% επιζητά η εργασία να έχει νόημα πέρα από την απλή αμοιβή. Μάλιστα, το 44% θα άλλαζε εργασία ακόμη και με απώλεια εισοδήματος. Ωστόσο, η ανασφάλεια παραμένει βαθιά, καθώς το 65% θα αποδεχόταν άτυπη («μαύρη») εργασία αν δεν υπήρχε άλλη επιλογή.
Τέλος, τα ευρήματα αναδεικνύουν ένα επαγγελματικό ρήγμα ανάμεσα στους νέους και την ελληνική αγορά. Το 72% των εργαζομένων δεν διαβλέπει επαγγελματικές προοπτικές στη χώρα, ενώ το 46% εκφράζει ενδιαφέρον για εργασία στο εξωτερικό. Αυτή η χαμηλή εμπιστοσύνη δεν εκδηλώνεται μόνο στο μέλλον, αλλά και στους θεσμούς, με μόλις το 15% να εμπιστεύεται τους κρατικούς θεσμούς προστασίας. Παρόλα αυτά, η διαθεσιμότητα για συλλογική δράση είναι υψηλή, καθώς το 67% θα συμμετείχε σε απεργία αν θεωρούσε δίκαιο το αίτημα.
Συμπερασματικά, η έρευνα προειδοποιεί για την πιθανότητα ενός νέου brain drain. Για να ανατραπεί αυτή η δομική αβεβαιότητα, απαιτούνται άμεσα μέτρα για την αναβάθμιση των μισθών, την ενίσχυση της σταθερότητας και την ανασυγκρότηση της συλλογικής προστασίας.
