Η Περιφέρεια Ηπείρου συμμετείχε στη Διεθνή Έκθεση Wine Paris 2026 υποστηρίζοντας την παρουσία πέντε ηπειρώτικων οινοποιείων σε ένα από τα σημαντικότερα παγκόσμια γεγονότα για τον κλάδο των οίνων και των αποσταγμάτων.
Στη φετινή διοργάνωση συμμετείχαν 5.437 εκθέτες από 154 χώρες, προσφέροντας στους Ηπειρώτες παραγωγούς τη δυνατότητα να παρουσιάσουν τα προϊόντα τους σε ένα εξειδικευμένο κοινό από εισαγωγείς, διανομείς και sommeliers. Παράλληλα με την έκθεση, η Περιφέρεια Ηπείρου στήριξε τη δράση της Ελληνικής Πρεσβείας στο Παρίσι, η οποία περιελάμβανε τη διεξαγωγή εκδήλωσης και δείπνου προβολής του ελληνικού κρασιού από το Γραφείο Οικονομικών και Εμπορικών Υποθέσεων, στοχεύοντας στην εδραίωση εμπορικών συμφωνιών με τη γαλλική αγορά.
Ο ηπειρώτικος αμπελώνας διακρίνεται άλλωστε για την ιδιαίτερη προσωπικότητά του, η οποία απορρέει από τις μοναδικές κλιματικές συνθήκες και το ορεινό ανάγλυφο της περιοχής. Στη ζώνη της Ζίτσας, η ποικιλία Ντεμπίνα κυριαρχεί σε ποσοστό 95%, δίνοντας λευκά κρασιά με δροσιστική οξύτητα, καθώς και τους φημισμένους αφρώδεις και ημιαφρώδεις οίνους ΟΠΑΠ (Ονομασία Προέλευσης Ανωτέρας Ποιότητας) Ζίτσα.
Στον αντίποδα, το Μέτσοβο φιλοξενεί ορισμένους από τους πιο ορεινούς αμπελώνες της χώρας σε υψόμετρο έως 1.000 μέτρα. Εκεί καλλιεργήθηκε για πρώτη φορά σε ελληνικό έδαφος το Cabernet Sauvignon, ενώ η περιοχή φημίζεται για τη στιβαρότητα των ερυθρών οίνων της από ποικιλίες όπως το Βλάχικο, το Merlot και το Cabernet Franc, καθώς και για τα αρωματικά λευκά από Traminer και Chardonnay.
Παρά την υψηλή ποιότητα και τη διαχρονική φήμη που χρονολογείται από τον 16ο αιώνα, η παραγωγή κρασιού στην Ήπειρο παραμένει μικρή σε όγκο σε σύγκριση με άλλες αμπελουργικές ζώνες της Ελλάδας, γεγονός που την καθιστά «niche» αγορά με έμφαση στην υπέρτατη ποιότητα και όχι στη μαζικότητα.
Επιπλέον, το κλίμα της περιοχής, αν και ευνοεί την αρωματική ένταση λόγω των μεγάλων ημερήσιων διακυμάνσεων της θερμοκρασίας, παρουσιάζει προκλήσεις, καθώς η χαμηλή θερινή βροχόπτωση καθιστά την άρδευση απαραίτητη κατά την ωρίμαση. Αυτά τα ηπειρωτικά χαρακτηριστικά οδηγούν συχνά σε έντονες διαφοροποιήσεις μεταξύ των σοδειών, απαιτώντας από τους οινοποιούς συνεχή εγρήγορση και εξειδικευμένες πρακτικές καλλιέργειας για τη διατήρηση της σταθερότητας του τελικού προϊόντος.
