Η Ευρωπαϊκή Αρχή για την Ασφάλεια των Τροφίμων (EFSA) δημοσίευσε στις 16 Φεβρουαρίου 2026 την επικαιροποιημένη «Κάρτα Έρευνας Παρασίτου» (Pest Survey Card) για το βακτήριο Ralstonia pseudosolanacearum.
Το συγκεκριμένο παθογόνο αποτελεί μία από τις σοβαρότερες βακτηριακές απειλές για τις ευρωπαϊκές καλλιέργειες, καθώς προκαλεί βακτηριακό μαρασμό με καταστροφικές συνέπειες. Η έκθεση ενισχύει το κανονιστικό πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, βάσει του Κανονισμού (ΕΕ) 2016/2031, επιβεβαιώνοντας ότι το βακτήριο αποτελεί οργανισμό καραντίνας προτεραιότητας (Priority Pest), γεγονός που καθιστά υποχρεωτική την ετήσια επιτήρηση σε όλα τα κράτη μέλη.
Το βακτήριο χαρακτηρίζεται από υψηλή προσαρμοστικότητα και ευρύ φάσμα ξενιστών, με την πατάτα να θεωρείται εξαιρετικά ευάλωτη, καθώς οι απώλειες σε περιπτώσεις έντονης προσβολής μπορούν να ξεπεράσουν το 50–70%. Σημαντικό κίνδυνο διατρέχουν επίσης η τομάτα, η μελιτζάνη και η πιπεριά, όπου η μόλυνση οδηγεί σε μείωση της απόδοσης και ποιοτική υποβάθμιση των καρπών. Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η ικανότητα του παθογόνου να επιβιώνει στο έδαφος, στο νερό άρδευσης και σε ζιζάνια, λειτουργώντας ως κρυφή εστία μόλυνσης.

Η έγκαιρη διάγνωση είναι καθοριστική για τον περιορισμό της εξάπλωσης, καθώς τα συμπτώματα περιλαμβάνουν ξαφνικό μαρασμό των φύλλων και καφέ μεταχρωματισμό των αγγείων του στελέχους. Σε περίπτωση τομής του στελέχους, παρατηρείται η έκκριση λευκού βακτηριακού εξιδρώματος. Η EFSA επισημαίνει ότι οι μεσογειακές και νότιες περιοχές της ΕΕ είναι ιδιαίτερα ευάλωτες λόγω των κλιματικών συνθηκών, ωστόσο η κλιματική αλλαγή ενδέχεται να επεκτείνει τη ζώνη κινδύνου και βορειότερα.
Η στρατηγική που προτείνεται για το 2026 περιλαμβάνει στατιστικά ορθό σχεδιασμό δειγματοληψιών σε φυτά, έδαφος και νερό, καθώς και τη χρήση μοριακών τεχνικών υψηλής ευαισθησίας για τον διαχωρισμό του στελέχους από άλλα μέλη του συμπλέγματος Ralstonia. Επειδή δεν υπάρχει αποτελεσματική θεραπευτική αντιμετώπιση, η διαχείριση βασίζεται αποκλειστικά στην πρόληψη, με τη χρήση πιστοποιημένου πολλαπλασιαστικού υλικού, την αμειψισπορά διάρκειας 3–4 ετών, την απολύμανση των μηχανημάτων και τον αυστηρό έλεγχο του νερού άρδευσης.
