Η εξειδίκευση των καθεστώτων του νέου Αναπτυξιακού Νόμου για το 2026 φέρνει στο προσκήνιο δύο κρίσιμους τομείς που αναμένεται να απορροφήσουν τη μερίδα του λέοντος των επιδοτήσεων: τα θερμοκήπια υψηλής τεχνολογίας και τη μεταποίηση αγροτικών προϊόντων.
Σύνταξη: eforigi
Για κάθε παραγωγό που επιθυμεί να ενταχθεί στα προγράμματα, οι προϋποθέσεις γίνονται πλέον πιο αυστηρές ως προς το περιβαλλοντικό αποτύπωμα, αλλά ταυτόχρονα πιο ελκυστικές ως προς τα χρηματοδοτικά εργαλεία. Η στόχευση της πολιτείας είναι σαφής και αφορά τη δημιουργία μονάδων που θα μπορούν να παράγουν όλο τον χρόνο, μειώνοντας την εξάρτηση από τις καιρικές συνθήκες και αυξάνοντας την προστιθέμενη αξία των ελληνικών προϊόντων στις διεθνείς αγορές.
Στον τομέα των θερμοκηπίων, οι ενισχύσεις επικεντρώνονται σε μονάδες που ενσωματώνουν συστήματα υδροπονίας, γεωθερμίας ή άλλων μορφών ανανεώσιμων πηγών ενέργειας για τη θέρμανση και τον κλιματισμό των χώρων.
Οι επιλέξιμες δαπάνες καλύπτουν από την κατασκευή των μόνιμων εγκαταστάσεων και την αγορά αυτοματοποιημένων συστημάτων ποτίσματος έως και την εγκατάσταση λογισμικού τεχνητής νοημοσύνης για τον έλεγχο της παραγωγής. Στόχος είναι η αύξηση της στρεμματικής απόδοσης και η δραστική μείωση της χρήσης νερού και λιπασμάτων.
Είναι απαραίτητο κάθε ενδιαφερόμενος να προσκομίσει μελέτη βιωσιμότητας που να αποδεικνύει την ενεργειακή αναβάθμιση της μονάδας, καθώς αυτό αποτελεί πλέον βασικό κριτήριο για την εξασφάλιση των υψηλών ποσοστών επιδότησης.
Στο πεδίο της μεταποίησης, ο νόμος πριμοδοτεί τη δημιουργία σύγχρονων μονάδων τυποποίησης, συσκευασίας και επεξεργασίας τροφίμων, με έμφαση στα προϊόντα ΠΟΠ και ΠΓΕ. Οι επενδύσεις εδώ αφορούν την αγορά μηχανολογικού εξοπλισμού αιχμής, τη δημιουργία ψυκτικών θαλάμων και την πιστοποίηση των προϊόντων με διεθνή πρότυπα ποιότητας.
Η μεταποίηση θεωρείται ο «κρίκος» που θα επιτρέψει στα ελληνικά προϊόντα να φύγουν από τη λογική του χύμα και να τοποθετηθούν στα ράφια των premium καταστημάτων του εξωτερικού. Για να είναι επιλέξιμο ένα έργο, θα πρέπει να τεκμηριώνεται η σύνδεσή του με την πρωτογενή παραγωγή, διασφαλίζοντας έτσι ότι τα οφέλη της επένδυσης θα διαχυθούν σε όλη την αλυσίδα αξίας.
Ωστόσο, η υλοποίηση τέτοιων μεγάλων έργων συνοδεύεται από σημαντικές προκλήσεις, με κυριότερη την ανάγκη για υψηλή ίδια συμμετοχή, η οποία δεν μπορεί να είναι μικρότερη από το 25% του συνολικού κόστους. Σε ένα περιβάλλον όπου η τραπεζική χρηματοδότηση παραμένει ακριβή λόγω των επιτοκίων, πολλές μικρομεσαίες επιχειρήσεις δυσκολεύονται να καλύψουν το αρχικό κεφάλαιο που απαιτείται.
Επιπλέον, οι αυστηρές προδιαγραφές για την προστασία του περιβάλλοντος και η ανάγκη για εξειδικευμένο προσωπικό που θα χειρίζεται τα νέα συστήματα αυξάνουν το λειτουργικό κόστος. Η επιτυχία αυτών των επενδύσεων θα εξαρτηθεί τελικά από το αν οι παραγωγοί θα καταφέρουν να συνδυάσουν την κρατική ενίσχυση με σωστό επιχειρηματικό σχεδιασμό, αποφεύγοντας τα λάθη του παρελθόντος που οδήγησαν σε μη βιώσιμες μονάδες.
