Σημαντικές ανακατατάξεις στο διεθνές εμπόριο ελαιολάδου προκαλεί η δυναμική είσοδος και ενίσχυση παραγωγών εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης, με κυριότερο παράδειγμα την Τυνησία.
Σύνταξη: eforigi
Η φετινή εξαιρετική συγκομιδή στη βορειοαφρικανική χώρα, σε συνδυασμό με τις εμπορικές δυσκολίες που αντιμετωπίζει στις εξαγωγές χύμα προς τις Ηνωμένες Πολιτείες λόγω δασμών, οδήγησε τις αρχές στη λήψη παρεμβατικών μέτρων που ήδη επηρεάζουν τις διεθνείς τιμές και δημιουργούν εύλογο προβληματισμό στις ευρωπαϊκές ελαιοπαραγωγικές χώρες.
Σύμφωνα με τις επίσημες ανακοινώσεις των υπουργείων Γεωργίας και Εμπορίου της Τυνησίας, η παραγωγή ελαιολάδου για την περίοδο 2025/2026 εκτιμάται ότι θα αγγίξει τους 500.000 τόνους, καταγράφοντας αύξηση της τάξης του 50% σε σχέση με την προηγούμενη σεζόν. Πρόκειται για έναν όγκο που τοποθετεί τη χώρα σταθερά μεταξύ των μεγαλύτερων παραγωγών παγκοσμίως και της προσδίδει αυξημένο ειδικό βάρος στη διαμόρφωση των διεθνών τιμών.
Στο πλαίσιο αυτό, η τυνησιακή κυβέρνηση προχώρησε στον καθορισμό τιμής αναφοράς για την εμπορία ελαιολάδου στα ελαιοτριβεία, στα 10 δηνάρια ανά κιλό (περίπου 2,93 ευρώ), για την περίοδο 2025-2026. Η τιμή αυτή προβλέπεται να επικαιροποιείται σε εβδομαδιαία βάση, με στόχο –όπως δηλώνεται– την προστασία των μικρών παραγωγών και τη σταθεροποίηση της αγοράς. Ωστόσο, η απόφαση έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις στο εσωτερικό της χώρας, καθώς πολλοί ελαιοπαραγωγοί τη θεωρούν χαμηλότερη από το πραγματικό κόστος παραγωγής.
Ενδεικτικό είναι ότι την ίδια περίοδο το τυνησιακό έξτρα παρθένο ελαιόλαδο διαπραγματεύεται στις διεθνείς αγορές κατά μέσο όρο στα 3,40 ευρώ το κιλό, με ορισμένες πράξεις να καταγράφονται ακόμη και στα 3,02 ευρώ. Η επίσημη τιμή αναφοράς, επομένως, λειτουργεί ως σημείο πίεσης όχι μόνο στην εσωτερική αγορά της Τυνησίας, αλλά και στις υπόλοιπες χώρες παραγωγής της Μεσογείου.
Η επίδραση αυτής της πολιτικής αποτυπώθηκε ήδη από το φθινόπωρο του 2025. Τον Σεπτέμβριο, μετά την ανακοίνωση των προβλέψεων για τη μεγάλη παραγωγή, η μέση τιμή του τυνησιακού ελαιολάδου κατέγραψε πτώση 46,2% σε ετήσια βάση, υποχωρώντας στα 9,28 δηνάρια ανά κιλό (περίπου 2,73 ευρώ), από 17,9 δηνάρια (περίπου 5,27 ευρώ) τον αντίστοιχο μήνα του 2024.
Παράλληλα, οι εξαγωγές της Τυνησίας αυξήθηκαν σημαντικά σε όγκο. Σύμφωνα με το Εθνικό Γεωργικό Παρατηρητήριο της χώρας, κατά τους πρώτους έντεκα μήνες της περιόδου 2024-2025 οι εξαγωγές ανήλθαν σε 288,6 χιλιάδες τόνους, έναντι 190,1 χιλιάδων τόνων την αντίστοιχη περίοδο της προηγούμενης σεζόν, σημειώνοντας αύξηση 41,3%. Η συντριπτική πλειονότητα αυτών των ποσοτήτων (84,9%) διακινήθηκε χύμα, ενώ το συσκευασμένο ελαιόλαδο αντιπροσώπευσε το 15,1%, παρουσιάζοντας ωστόσο και αυτό άνοδο.
Παρά την αύξηση του όγκου, τα έσοδα από τις εξαγωγές μειώθηκαν αισθητά. Μέχρι το τέλος Σεπτεμβρίου 2025, διαμορφώθηκαν σε περίπου 3,6 δισ. δηνάρια (1,06 δισ. ευρώ), καταγράφοντας πτώση 28,4% σε σχέση με την προηγούμενη περίοδο. Το στοιχείο αυτό καταδεικνύει τη στροφή της αγοράς σε χαμηλότερες τιμές, με άμεσες επιπτώσεις στο διεθνές ισοζύγιο.
Η Ισπανία και η Ιταλία παραμένουν οι μεγαλύτεροι εισαγωγείς τυνησιακού ελαιολάδου, απορροφώντας αθροιστικά πάνω από το 50% των εξαγωγών, ενώ ακολουθούν οι Ηνωμένες Πολιτείες. Η αυξημένη προσφορά σε ανταγωνιστικές τιμές από χώρες εκτός Ε.Ε. ασκεί πίεση και στην ευρωπαϊκή παραγωγή, συμπεριλαμβανομένης της ελληνικής, η οποία ήδη δοκιμάζεται από αυξημένο κόστος παραγωγής, κλιματικές πιέσεις και προβλήματα φυτοπροστασίας.
Η ανάδειξη νέων ή ενισχυμένων ελαιοπαραγωγικών χωρών δεν συνιστά από μόνη της απειλή, αναδεικνύει όμως με σαφήνεια την ανάγκη στρατηγικού επαναπροσδιορισμού της ευρωπαϊκής –και ειδικά της ελληνικής– ελαιοκομίας. Η έμφαση στην ποιότητα, την τυποποίηση, την προστιθέμενη αξία και τη διαφοροποίηση των αγορών καθίσταται κρίσιμη, σε ένα διεθνές περιβάλλον όπου ο ανταγωνισμός δεν περιορίζεται πλέον εντός των ευρωπαϊκών συνόρων.
